Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Τα παπούτσια που έμειναν πίσω

Τις Κυριακές μαγείρευε εκείνος. Ακόμη θυμάμαι την μυρωδιά. 
Τις Κυριακές ξυπνούσε νωρίς και πότιζε τον μπαξέ. Όταν μάζευε κανένα ζαρβατικό για την σαλάτα, χαιρόταν σαν μικρό παιδί.
Τις Κυριακές δεν ξυπνούσε πια πολύ πρωί. Ένιωθε κουρασμένος. Έπινε τον καφέ του και ξάπλωνε ξανά στο κρεβάτι του ακούγοντας για ώρες μουσική.
Τις Κυριακές τις τελευταίες κάναμε ένα μικρό ταξίδι για να τον δούμε. Μας χαμογελούσε μα να μιλήσει δεν μπορούσε. Τον είχε κουράσει και εκείνο το κρεβάτι με τα πολλά καλώδια.
Κυριακή έλεγε πως θα φύγει. Την τήρησε την υπόσχεση.

Α.Χ.




Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Η γυναίκα με τα μαύρα

Κάθε βράδυ την συναντώ στην στάση του λεωφορείου. Είναι πάντα καλοντυμένη. Λες και επισκέπτεται κάποιον πολύ αγαπημένο. Δεν κρατά τίποτα μαζί της. Ούτε τσάντα, ούτε καν σακούλα. Έχει πάντα ένα εισητήριο στην δεξιά της τσέπη παρέα με κάποια χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα. Στην αριστερή έχει ένα μοναδικό τσιγάρο και τον αναπτήρα της. 
Όταν φτάνει κοντά, κρύβεται πίσω μου, το ανάβει και το καπνίζει ρουφηχτά, κρυφά, σχεδόν ενοχικά, λες και ξέρει πως κάποιος θα έρθει να την μαλώσει.
Τις προάλλες μου μίλησε. Με ρώτησε κάτι για το λεωφορείο. Τότε κατάλαβα. Πρόσεξα το πρόσωπό της. Ξέρεις πως γνωριζόμαστε εμείς μεταξύ μας; Μετά το φευγιό, είναι σαν κάποιος  να μας ρούφηξε λίγη νιότη, λίγη χαρά, πολλά χαμόγελα. Και κάπως έτσι, η μορφή της, για καθρέφτης μου έκανε. Ίσως και η δική μου σε εκείνη. Απο τότε, με κοιτά και μου χαμογελά. Μόνο. Ξέρει. Και εγώ ξέρω. Και στα πρόσωπα, οι λέξεις μαραίνονται και πέφτουν. Αχρείαστες είναι. 

Α.Χ.

(Σταματίνα Ντουτσούλη)